Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Soapbox
01
βήμα, πλατφόρμα
a platform raised above the surrounding level to give prominence to the person on it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
soapboxes
02
κουτί σαπουνιού, κασέλα για σαπούνι
a crate for packing soap
Λεξικό Δέντρο
soapbox
soap
box



























