beldame
bel
ˈbɛl
bel
dame
deɪm
deim
beldam

Ορισμός και σημασία του "beldame"στα αγγλικά

01

γριά μάγισσα, γριά στρίγγλα

an old woman, frequently implying ugliness, wickedness, or crankiness 
beldame definition and meaning
παρωχημένο
προσβλητικό
Παραδείγματα
The fairy tale featured a wicked beldame living in the woods. 

Το παραμύθι περιελάμβανε μια κακιά γριά που ζούσε στο δάσος.

02

ηλικιωμένη γυναίκα, μάτρωνα

a woman of advanced age 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
beldames
αρσενικό ενικό
old man
θηλυκό ενικό
beldame
neutral form
elder

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store