Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Beldame
01
γριά μάγισσα, γριά στρίγγλα
an old woman, frequently implying ugliness, wickedness, or crankiness
Dated
Offensive
Παραδείγματα
Children were scared of the beldame at the end of the street.
Τα παιδιά φοβούνταν την γριά μάγισσα στο τέλος του δρόμου.
02
ηλικιωμένη γυναίκα, μάτρωνα
a woman of advanced age
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
beldames



























