snuff
Pronunciation
/ˈsnəf/

Ορισμός και σημασία του "snuff"στα αγγλικά

01

ρουφηξιά, αίσθηση της όσφρησης

sensing an odor by inhaling through the nose
snuff definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
snuffs
02

καπνός για ρουφηξιμο, κονιοποιημένος καπνός

finely powdered tobacco for sniffing up the nose
03

μια πρέζα καπνού για εισπνοή, μια δόση καπνού για εισπνοή

a pinch of smokeless tobacco inhaled at a single time
04

καπνισμένα φιτίλια, καμμένο τμήμα του φιτιλιού

the charred portion of a candlewick
to snuff
01

εισπνέω από τη μύτη, μυρίζω

inhale (something) through the nose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
snuff
γ΄ ενικό πρόσωπο
snuffs
ενεστώτα μετοχή
snuffing
απλός αόριστος
snuffed
παθητική μετοχή
snuffed
02

μυρίζω, ρουφώ τη μύτη

sniff or smell inquiringly
01

χρώμα πούδρου, γκριζωπό έως κιτρινωπό καφέ

snuff colored; of a greyish to yellowish brown
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
snuffest
συγκριτικός βαθμός
snuffer
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store