snowshoe
snow
ˈsnəʊ
snew
shoe
ʃu:
shoo

Ορισμός και σημασία του "snowshoe"στα αγγλικά

01

χιονοπέδιλο, παπούτσι για χιόνι

a type of footwear designed to help individuals walk on top of deep snow 
snowshoe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
snowshoes
to snowshoe
01

περπατώ με χιονοπέδιλα

travel on snowshoes 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
snowshoe
γ΄ ενικό πρόσωπο
snowshoes
ενεστώτα μετοχή
snowshoeing
απλός αόριστος
snowshoed
παθητική μετοχή
snowshoed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store