Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Snowman
01
χιονάνθρωπος
a figure of a person made of packed snow
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
snowmen
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
snowman
snow
man



























