snowman
snow
ˈsnəʊ
snew
man
mæn
mān
showman

Ορισμός και σημασία του "snowman"στα αγγλικά

01

χιονάνθρωπος

a figure of a person made of packed snow 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
snowmen

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

snowman

snow

+

man

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store