to sneak up
sneak
sni:k
snik
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "sneak up"στα αγγλικά

to sneak up
01

πλησιάζω κρυφά, πλησιάζω προσεκτικά

to approach or move towards someone or something quietly, carefully, and usually without being noticed 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
sneak
ενεστώτας
sneak up
γ΄ ενικό πρόσωπο
sneaks up
ενεστώτα μετοχή
sneaking up
απλός αόριστος
snuck up
παθητική μετοχή
snuck up
Παραδείγματα
I always sneak up on my friends during surprise parties. (present simple) 

Πάντα πλησιάζω κρυφά τους φίλους μου κατά τις πάρτι έκπληξη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store