Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sneak up
01
πλησιάζω κρυφά, πλησιάζω προσεκτικά
to approach or move towards someone or something quietly, carefully, and usually without being noticed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
sneak
ενεστώτας
sneak up
γ΄ ενικό πρόσωπο
sneaks up
ενεστώτα μετοχή
sneaking up
απλός αόριστος
snuck up
παθητική μετοχή
snuck up
Παραδείγματα
The thief sneaked up to the car, checking to see if anyone was nearby.
Ο κλέφτης πλησίασε κρυφά στο αυτοκίνητο, ελέγχοντας αν υπήρχε κάποιος κοντά.



























