sneak thief
Pronunciation
/snˈiːk θˈiːf/

Ορισμός και σημασία του "sneak thief"στα αγγλικά

01

κλέφτης που κλέβει κρυφά, πορτοφολάς

a person who steals stealthily, often petty or cowardly
sneak thief definition and meaning
disapproving
informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sneak thieves
Παραδείγματα
She called him a sneak thief after he pocketed the money.
Τον αποκάλεσε κλέφτη που κλέβει κρυφά αφού τσέπωσε τα χρήματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store