Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sneak out
01
ξεγλιστρώ, βγαίνω κρυφά
to leave a place quietly and secretly, often to avoid being noticed or caught
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
sneak
ενεστώτας
sneak out
γ΄ ενικό πρόσωπο
sneaks out
ενεστώτα μετοχή
sneaking out
απλός αόριστος
sneaked out
παθητική μετοχή
sneaked out
Παραδείγματα
She waited until everyone was asleep before she tried to sneak out of the house.
Περίμενε μέχρι όλοι να κοιμηθούν πριν προσπαθήσει να κρυφτεί έξω από το σπίτι.



























