Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sneak out
[phrase form: sneak]
01
ξεγλιστρώ, βγαίνω κρυφά
to leave a place quietly and secretly, often to avoid being noticed or caught
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
sneak
ενεστώτας
sneak out
γ΄ ενικό πρόσωπο
sneaks out
ενεστώτα μετοχή
sneaking out
απλός αόριστος
sneaked out
παθητική μετοχή
sneaked out
Παραδείγματα
The kids decided to sneak out during the night to go to the party their parents had forbidden.
Τα παιδιά αποφάσισαν να κλέψουν την έξοδο τη νύχτα για να πάνε στο πάρτι που τους είχαν απαγορεύσει οι γονείς τους.



























