Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to snarf
01
κλέβω, αρπάζω
make off with belongings of others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
snarf
γ΄ ενικό πρόσωπο
snarfs
ενεστώτα μετοχή
snarfing
απλός αόριστος
snarfed
παθητική μετοχή
snarfed
02
καταβροχθίζω, καταπίνω γρήγορα
to eat or drink something quickly, often in a greedy or careless way
informal
Παραδείγματα
He snarfed the ice cream too fast and got a brain freeze.
Κατάπιε το παγωτό πολύ γρήγορα και πήρε παγώματα στον εγκέφαλο.



























