to snarf
Pronunciation
/snˈɑːɹf/

Ορισμός και σημασία του "snarf"στα αγγλικά

to snarf
01

κλέβω, αρπάζω

make off with belongings of others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
snarf
γ΄ ενικό πρόσωπο
snarfs
ενεστώτα μετοχή
snarfing
απλός αόριστος
snarfed
παθητική μετοχή
snarfed
02

καταβροχθίζω, καταπίνω γρήγορα

to eat or drink something quickly, often in a greedy or careless way
informal
Παραδείγματα
He snarfed the ice cream too fast and got a brain freeze.
Κατάπιε το παγωτό πολύ γρήγορα και πήρε παγώματα στον εγκέφαλο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store