Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
snappy
01
ευερέθιστος, αψιδωτός
(of a person) inclined to speaking irritably or responding in a sharp or offensive manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
snappiest
συγκριτικός βαθμός
snappier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Whenever she's stressed, she becomes snappy and short-tempered with everyone around her.
Όποτε αγχώνεται, γίνεται ευέξαπτη και οξύθυμη με όλους γύρω της.
02
κομψός, στυλάτος
neat and stylish
Παραδείγματα
He wore a snappy suit to the party.
Φορούσε ένα κομψό κοστούμι στο πάρτι.
03
γρήγορος, ενεργητικός
fast‑moving, brisk, and full of energy
Παραδείγματα
The comedian's snappy delivery kept the audience laughing.
Η ζωηρή παρουσίαση του κωμικού κράτησε το κοινό να γελά.
Παραδείγματα
The snappy air greeted her as she stepped outside on the cold morning.
Ο τσουχτερός αέρας την χαιρέτησε όταν βγήκε έξω στο κρύο πρωί.
Παραδείγματα
The snappy dog barked and snapped at anyone who came too close.
Το δύστροπο σκυλί γάβγιζε και προσπαθούσε να δαγκώσει όποιον πλησίαζε πολύ.
06
οξύμωρο, αιχμηρός
efficiently sharp or witty, often in a way that catches attention
Παραδείγματα
She came up with a snappy slogan for the campaign.
Σκέφτηκε ένα κοφτερό σλόγκαν για την καμπάνια.
Λεξικό Δέντρο
snappy
snap



























