Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
snappy
01
ευερέθιστος, αψιδωτός
(of a person) inclined to speaking irritably or responding in a sharp or offensive manner
Παραδείγματα
The boss 's constant demands have made everyone in the office snappy and on edge.
Οι συνεχείς απαιτήσεις του αφεντικού έχουν κάνει όλους στο γραφείο ευερέθιστους και σε κατάσταση έντασης.
02
κομψός, στυλάτος
neat and stylish
Παραδείγματα
His snappy haircut suited him perfectly.
Το κομψό κούρεμά του του πήγαινε απόλυτα.
03
γρήγορος, ενεργητικός
fast‑moving, brisk, and full of energy
Παραδείγματα
The ad campaign used snappy slogans to grab attention.
Η διαφημιστική καμπάνια χρησιμοποίησε ζωηρά σλόγκαν για να τραβήξει την προσοχή.
Παραδείγματα
The snappy winter air stung their faces as they hurried home.
Ο τσουχτερός χειμωνιάτικος αέρας τσίμπησε τα πρόσωπά τους καθώς βιαζόντουσαν να γυρίσουν σπίτι.
Παραδείγματα
He warned me that the snappy rabbit could quickly bite if it felt threatened.
Με προειδοποίησε ότι το δριμύ κουνέλι μπορούσε να δαγκώσει γρήγορα αν αισθανόταν απειλή.
06
οξύμωρο, αιχμηρός
efficiently sharp or witty, often in a way that catches attention
Παραδείγματα
That was a snappy piece of writing; it really got to the point.
Αυτό ήταν ένα κοφτερό κομμάτι γραφής· πήγε πραγματικά στο ψητό.
Λεξικό Δέντρο
snappy
snap



























