snappish
sna
ˈsnæ
snā
ppish
pɪʃ
pish
lappish

Ορισμός και σημασία του "snappish"στα αγγλικά

01

ευερέθιστος, οξύθυμος

speaking or acting in a sharp, irritable manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most snappish
συγκριτικός βαθμός
more snappish
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The snappish reply caught everyone off guard. 

Η οξύθυμη απάντηση πήρε όλους στον ύπνο.

Λεξικό Δέντρο

snappishly
snappishness
snappish
snap
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store