Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to behold
01
παρατηρώ, θαυμάζω
to see something, often with a feeling of amazement or admiration
Transitive: to behold sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
behold
γ΄ ενικό πρόσωπο
beholds
ενεστώτα μετοχή
beholding
απλός αόριστος
beheld
παθητική μετοχή
beheld
Παραδείγματα
She beholds the majesty of the mountains whenever she visits.
Αυτή θεωρεί τη μεγαλοπρέπεια των βουνών κάθε φορά που τα επισκέπτεται.
behold
01
Ιδού, Κοίτα
used to draw attention to something significant or impressive
Formal
Παραδείγματα
Behold, the power and magnificence of nature.
Ιδού, η δύναμη και η μεγαλοπρέπεια της φύσης.
Λεξικό Δέντρο
beholder
beholding
behold



























