Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to behold
01
παρατηρώ, θαυμάζω
to see something, often with a feeling of amazement or admiration
Transitive: to behold sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
behold
γ΄ ενικό πρόσωπο
beholds
ενεστώτα μετοχή
beholding
απλός αόριστος
beheld
παθητική μετοχή
beheld
Παραδείγματα
I often behold the beauty of the sunset from my balcony.
Συχνά παρατηρώ την ομορφιά του ηλιοβασιλέματος από το μπαλκόνι μου.
behold
01
Ιδού, Κοίτα
used to draw attention to something significant or impressive
επίσημο
Παραδείγματα
Behold, the majestic beauty of the Grand Canyon!
Ιδού, η μεγαλειώδης ομορφιά του Γκραντ Κάνυον!
Λεξικό Δέντρο
beholder
beholding
behold



























