Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to smoothen
01
λείανση, μαλακώνω
become smooth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
smoothen
γ΄ ενικό πρόσωπο
smoothens
ενεστώτα μετοχή
smoothening
απλός αόριστος
smoothened
παθητική μετοχή
smoothened
02
λείανση, ισιώνω
to make a surface even or free from irregularities by applying pressure or movement
Παραδείγματα
She used a roller to smoothen the paint on the wall for a flawless finish.
Χρησιμοποίησε ένα ρολό για να λειαίνει το χρώμα στον τοίχο για μια άψογη ολοκλήρωση.
03
γυαλίζω, στίλβω
make (a surface) shine
Λεξικό Δέντρο
smoothened
smoothen
smooth



























