to smirk
Pronunciation
/ˈsmɝk/

Ορισμός και σημασία του "smirk"στα αγγλικά

to smirk
01

χαμογελώ ειρωνικά, χαμογελώ με ικανοποίηση

to give a half-smile, often displaying satisfaction, superiority, or amusement
Intransitive
to smirk definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
smirk
γ΄ ενικό πρόσωπο
smirks
ενεστώτα μετοχή
smirking
απλός αόριστος
smirked
παθητική μετοχή
smirked
Παραδείγματα
The villain in the movie smirked as his evil plot unfolded.
Ο κακός της ταινίας χαμογέλασε περιφρονητικά καθώς το κακό του σχέδιο ξεδιπλωνόταν.
01

χαμογέλιο, υπεροπτικό χαμόγελο

a half-smile that can indicate satisfaction, superiority, or amusement
smirk definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
smirks
Παραδείγματα
He tried to hide his smirk, but it was obvious he was pleased with himself.
Προσπάθησε να κρύψει το χαμόγελο του, αλλά ήταν προφανές ότι ήταν ευχαριστημένος με τον εαυτό του.

Λεξικό Δέντρο

smirker
smirk
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store