Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Smelt
01
μικρό ψάρι που μοιάζει με πέστροφα, σμέλτο
small trout-like silvery marine or freshwater food fishes of cold northern waters
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
smelts
02
σμέλτο, μικρό ασημένιο ψάρι κρύου νερού
small cold-water silvery fish; migrate between salt and fresh water
to smelt
01
λιώνω, εξάγω με τήξη
to extract metal from its ore by heating and melting it in a furnace
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
smelt
γ΄ ενικό πρόσωπο
smelts
ενεστώτα μετοχή
smelting
απλός αόριστος
smelted
παθητική μετοχή
smelted
Παραδείγματα
Tomorrow, the miners will smelt silver ore to extract the precious metal.
Αύριο, οι ανθρακωρύχοι θα λιώσουν το αργυρούχο μετάλλευμα για να εξαγάγουν το πολύτιμο μέταλλο.
Λεξικό Δέντρο
smeltery
smelt



























