Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Smallpox
01
ευλογιά, πορφυρά
an acute infectious disease characterized by fever and skin eruption, usually leaving permanent scars
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
smallpox
small
pox



























