Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Begging
01
επαιτεία, ικεσία
a solicitation for money or food (especially in the street by an apparently penniless person)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
beggings



























