begging
be
ˈbɛ
be
gging
gɪng
ging
bagging

Ορισμός και σημασία του "begging"στα αγγλικά

01

επαιτεία, ικεσία

a solicitation for money or food (especially in the street by an apparently penniless person) 
begging definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
beggings

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

begging
beg
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store