slum
slum
slʌm
slam
ahemchumnumbscum

Ορισμός και σημασία του "slum"στα αγγλικά

01

παραγκούπολη, φτωχογειτονιά

(often plural) a very poor and overpopulated area of a city or town in which the houses are not in good condition 
slum definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slums
Παραδείγματα
He advocates for better housing solutions for people in slums. 

Υποστηρίζει καλύτερες στέγασης λύσεις για τους ανθρώπους που ζουν σε παραγκουπόλεις.

to slum
01

περνώ χρόνο σε φτωχές γειτονιές, υποβαθμίζομαι

to spend time in poorer neighborhoods or among lower socio-economic groups than one's own, usually out of curiosity, interest, or a sense of adventure 
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
slum
γ΄ ενικό πρόσωπο
slums
ενεστώτα μετοχή
slumming
απλός αόριστος
slummed
παθητική μετοχή
slummed
Παραδείγματα
They slummed in the old part of the city to explore its culture. 

Έμειναν στις φτωχογειτονιές στο παλιό μέρος της πόλης για να εξερευνήσουν τον πολιτισμό της.

Λεξικό Δέντρο

slummy
slum
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store