slowpoke
Pronunciation
/ˈsɫoʊˌpoʊk/

Ορισμός και σημασία του "slowpoke"στα αγγλικά

01

βραδυκίνητος, αργός

a person who moves, acts, or responds slowly; often used teasingly
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slowpokes
Παραδείγματα
I ca n't wait forever, slowpoke! Let's go.
Δεν μπορώ να περιμένω για πάντα, βραδυκίνητε! Πάμε.

Λεξικό Δέντρο

slowpoke

slow

+

poke

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store