Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Beggar
01
επαίτης, ζητιάνος
someone who lives by asking people for food or money
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
beggars
Παραδείγματα
The beggar sat on the sidewalk, holding a sign asking for assistance.
Ο ζητιάνος καθόταν στο πεζοδρόμιο, κρατώντας μια πινακίδα που ζητούσε βοήθεια.
to beggar
01
φτωχαίνω, οδηγώ στην επαιτεία
to cause someone to become extremely poor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
beggar
γ΄ ενικό πρόσωπο
beggars
ενεστώτα μετοχή
beggaring
απλός αόριστος
beggared
παθητική μετοχή
beggared
Παραδείγματα
The war beggared many families in the countryside.
Ο πόλεμος έκανε φτωχές πολλές οικογένειες στην ύπαιθρο.
02
καταστρέφω οικονομικά, φτωχαίνω
to exceed the financial or practical resources of someone or something
Παραδείγματα
The cost of the repairs would beggar even a wealthy company.
Το κόστος των επισκευών θα κατέστρεφε ακόμη και μια πλούσια εταιρεία.



























