to beget
Pronunciation
/bɪˈɡɛt/

Ορισμός και σημασία του "beget"στα αγγλικά

to beget
01

γεννώ, αποκτώ απόγονο

to procreate, give birth to, or bring forth offspring through the biological process of reproduction
Transitive: to beget offspring
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
beget
γ΄ ενικό πρόσωπο
begets
ενεστώτα μετοχή
begetting
απλός αόριστος
begot
παθητική μετοχή
begotten
Παραδείγματα
The reproductive health of both partners plays a crucial role in their ability to beget children.
Η αναπαραγωγική υγεία και των δύο συντρόφων παίζει κρίσιμο ρόλο στην ικανότητά τους να αποκτήσουν παιδιά.
02

γεννώ, προκαλώ

to cause, produce, or bring forth
Transitive: to beget sth
Παραδείγματα
A supportive and nurturing educational environment can beget a love for learning among students.
Ένα υποστηρικτικό και θρεπτικό εκπαιδευτικό περιβάλλον μπορεί να γεννήσει μια αγάπη για τη μάθηση μεταξύ των μαθητών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store