Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to beget
01
γεννώ, αποκτώ απόγονο
to procreate, give birth to, or bring forth offspring through the biological process of reproduction
Transitive: to beget offspring
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
beget
γ΄ ενικό πρόσωπο
begets
ενεστώτα μετοχή
begetting
απλός αόριστος
begot
παθητική μετοχή
begotten
Παραδείγματα
After several years of marriage, the couple was overjoyed to beget a healthy baby girl.
Μετά από αρκετά χρόνια γάμου, το ζευγάρι ήταν ενθουσιασμένο που γέννησε ένα υγιές κοριτσάκι.
02
γεννώ, προκαλώ
to cause, produce, or bring forth
Transitive: to beget sth
Παραδείγματα
Kindness tends to beget more kindness, creating a positive and uplifting environment.
Η καλοσύνη τείνει να γεννά περισσότερη καλοσύνη, δημιουργώντας ένα θετικό και ανυψωτικό περιβάλλον.
Λεξικό Δέντρο
begetter
beget



























