Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to befriend
01
γίνομαι φίλος με, κάνω φιλία με
to make friends with someone
Transitive: to befriend sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
befriend
γ΄ ενικό πρόσωπο
befriends
ενεστώτα μετοχή
befriending
απλός αόριστος
befriended
παθητική μετοχή
befriended
Παραδείγματα
During the school orientation, she made an effort to befriend her classmates.
Κατά τη σχολική προσανατολισμό, έκανε προσπάθεια να γνωρίσει τους συμμαθητές της.



























