Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to befriend
01
γίνομαι φίλος με, κάνω φιλία με
to make friends with someone
Transitive: to befriend sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
befriend
γ΄ ενικό πρόσωπο
befriends
ενεστώτα μετοχή
befriending
απλός αόριστος
befriended
παθητική μετοχή
befriended
Παραδείγματα
Children easily befriend others in the playground, forming quick connections.
Τα παιδιά γίνονται εύκολα φίλοι με άλλα παιδιά στην παιδική χαρά, δημιουργώντας γρήγορες συνδέσεις.



























