slouchy
Pronunciation
/slˈaʊtʃi/

Ορισμός και σημασία του "slouchy"στα αγγλικά

01

σκυφτός, καμπούρης

not erect, with one's head and shoulders bent forward
slouchy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
slouchiest
συγκριτικός βαθμός
slouchier
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

slouchily
slouchy
slouch
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store