slothful
Pronunciation
/slˈɑːθfəl/

Ορισμός και σημασία του "slothful"στα αγγλικά

01

τεμπέλης, νωθρός

inclined to laziness
slothful definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most slothful
συγκριτικός βαθμός
more slothful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
A slothful attitude towards exercise and a healthy diet contributed to his weight gain.
Μια τεμπέλικη στάση απέναντι στην άσκηση και μια υγιεινή διατροφή συνέβαλαν στην αύξηση του βάρους του.

Λεξικό Δέντρο

slothfulness
slothful
sloth
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store