slothful
sloth
ˈsləʊθ
slewth
ful
fəl
fēl

Ορισμός και σημασία του "slothful"στα αγγλικά

01

τεμπέλης, νωθρός

inclined to laziness 
slothful definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most slothful
συγκριτικός βαθμός
more slothful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His slothful approach to work led to frequent missed deadlines and unfinished tasks. 

Η τεμπέλικη προσέγγισή του στην εργασία οδήγησε σε συχνές παραλείψεις προθεσμιών και ημιτελείς εργασίες.

Λεξικό Δέντρο

slothfulness
slothful
sloth
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store