slot machine
slot
ˈslɒt
slot
ma
chine
ˌʃi:n
shin

Ορισμός και σημασία του "slot machine"στα αγγλικά

01

παιχνίδι τυχερών παιχνιδιών, μηχανή slot

a type of gambling machine that allows players to bet on the outcome of a random spinning of symbols or reels 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
slot machines
Παραδείγματα
I tried my luck at the casino and played a slot machine for a few hours. 

Δοκίμασα την τύχη μου στο καζίνο και έπαιξα σε ένα παιχνίδι slot για μερικές ώρες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store