Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slope
01
κλίνω, γέρνω
to incline or slant in a particular direction
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
slope
γ΄ ενικό πρόσωπο
slopes
ενεστώτα μετοχή
sloping
απλός αόριστος
sloped
παθητική μετοχή
sloped
Παραδείγματα
Due to the hilly terrain, the driveway sloped steeply, requiring careful driving to navigate safely.
Λόγω του λοφώδους εδάφους, η είσοδος κλίνει απότομα, απαιτώντας προσεκτική οδήγηση για ασφαλή πλοήγηση.
Slope
01
πλαγιά, κλίση
an area of land or surface that is higher at one end or side than another
Παραδείγματα
The slope of the driveway made it difficult to park during icy weather.
Η κλίση της οδού καθιστούσε δύσκολο το παρκάρισμα κατά τη διάρκεια παγετού.
02
πλαγιά, κλίση
a raised landform, hill, or incline
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slopes
Παραδείγματα
A landslide occurred on the unstable slope.
Ένα κατολίσθηση συνέβη στην ασταθή πλαγιά.
03
κλίση
the measure of how steep a line is, found by dividing the change in height by the change in horizontal distance
Παραδείγματα
When graphing data, the slope indicates the rate of change between variables.
Κατά τη γραφική παράσταση δεδομένων, η κλίση δείχνει το ρυθμό μεταβολής μεταξύ των μεταβλητών.



























