Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slope
01
κλίνω, γέρνω
to incline or slant in a particular direction
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
slope
γ΄ ενικό πρόσωπο
slopes
ενεστώτα μετοχή
sloping
απλός αόριστος
sloped
παθητική μετοχή
sloped
Παραδείγματα
The mountain road sloped steeply upward, making it challenging for the cyclists to ascend.
Ο βουνοπόδρομος ανέβαινε απότομα, κάνοντας την ανάβαση δύσκολη για τους ποδηλάτες.
Slope
01
πλαγιά, κλίση
an area of land or surface that is higher at one end or side than another
Παραδείγματα
They hiked up the steep slope to reach the mountain's peak.
Ανέβηκαν την απότομη πλαγιά για να φτάσουν στην κορυφή του βουνού.
02
πλαγιά, κλίση
a raised landform, hill, or incline
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slopes
Παραδείγματα
The hikers climbed the steep slope.
Οι πεζοπόροι ανέβηκαν την απότομη πλαγιά.
03
κλίση
the measure of how steep a line is, found by dividing the change in height by the change in horizontal distance
Παραδείγματα
The slope of the line between points (1, 2) and (3, 6) is 2.
Η κλίση της γραμμής μεταξύ των σημείων (1, 2) και (3, 6) είναι 2.



























