sloe
sloe
sləʊ
slew
slope

Ορισμός και σημασία του "sloe"στα αγγλικά

01

αγριοδαμάσκηνο, άγριο φρούτο με ξινή γεύση

a wild fruit with a sour taste and purple skin that grows on a bush 
sloe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sloes
Παραδείγματα
I gathered a basket of sloes from the bushes near my house. 

Μάζεψα ένα καλάθι δαμάσκηνα από τους θάμνους κοντά στο σπίτι μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store