to slobber
slo
ˈslɒ
slo
bber
slabber

Ορισμός και σημασία του "slobber"στα αγγλικά

to slobber
01

σταλάζω σάλιο, βγάζω υπερβολικά σάλιο

to allow saliva to flow excessively from the mouth 
Intransitive
to slobber definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
slobber
γ΄ ενικό πρόσωπο
slobbers
ενεστώτα μετοχή
slobbering
απλός αόριστος
slobbered
παθητική μετοχή
slobbered
Παραδείγματα
The Saint Bernard dog tended to slobber when it got excited. 

Ο σκύλος Αγίου Βερνάρδου είχε την τάση να βγάζει σάλια όταν ενθουσιαζόταν.

01

σάλια, σάλιο

saliva spilling from the mouth 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slobbers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store