Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slobber
01
σταλάζω σάλιο, βγάζω υπερβολικά σάλιο
to allow saliva to flow excessively from the mouth
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
slobber
γ΄ ενικό πρόσωπο
slobbers
ενεστώτα μετοχή
slobbering
απλός αόριστος
slobbered
παθητική μετοχή
slobbered
Παραδείγματα
The elderly dog slobbered on the car window during a car ride.
Ο ηλικιωμένος σκύλος έσταζε σάλια στο παράθυρο του αυτοκινήτου κατά τη διάρκεια μιας βόλτας.
Slobber
01
σάλια, σάλιο
saliva spilling from the mouth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο



























