to slobber
Pronunciation
/ˈsɫɑbɝ/

Ορισμός και σημασία του "slobber"στα αγγλικά

to slobber
01

σταλάζω σάλιο, βγάζω υπερβολικά σάλιο

to allow saliva to flow excessively from the mouth
Intransitive
to slobber definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
slobber
γ΄ ενικό πρόσωπο
slobbers
ενεστώτα μετοχή
slobbering
απλός αόριστος
slobbered
παθητική μετοχή
slobbered
Παραδείγματα
The elderly dog slobbered on the car window during a car ride.
Ο ηλικιωμένος σκύλος έσταζε σάλια στο παράθυρο του αυτοκινήτου κατά τη διάρκεια μιας βόλτας.
01

σάλια, σάλιο

saliva spilling from the mouth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store