Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slobber
01
σταλάζω σάλιο, βγάζω υπερβολικά σάλιο
to allow saliva to flow excessively from the mouth
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
slobber
γ΄ ενικό πρόσωπο
slobbers
ενεστώτα μετοχή
slobbering
απλός αόριστος
slobbered
παθητική μετοχή
slobbered
Παραδείγματα
The Saint Bernard dog tended to slobber when it got excited.
Ο σκύλος Αγίου Βερνάρδου είχε την τάση να βγάζει σάλια όταν ενθουσιαζόταν.
Slobber
01
σάλια, σάλιο
saliva spilling from the mouth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slobbers



























