Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sliver
01
θραύσμα, λεπτή φέτα
a thin fragment or slice (especially of wood) that has been shaved from something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slivers
02
θραύσμα, κομμάτι
a small thin sharp bit or wood or glass or metal
to sliver
01
θρυμματίζομαι σε θραύσματα ή λωρίδες, διασπώμαι σε θραύσματα ή φέτες
break up into splinters or slivers
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sliver
γ΄ ενικό πρόσωπο
slivers
ενεστώτα μετοχή
slivering
απλός αόριστος
slivered
παθητική μετοχή
slivered
02
διαιρώ σε λεπτές λωρίδες, κόβω σε λεπτές φέτες
form into slivers
03
χωρίζω σε θραύσματα, σχίζω σε λεπτές λωρίδες
divide into slivers or splinters



























