Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slit
01
κόβω, σχίζω
to create a clean and narrow cut through something
Transitive: to slit sth
Παραδείγματα
The tailor decided to slit the fabric to create a vent in the back of the dress.
Ο ράφτης αποφάσισε να κόψει το ύφασμα για να δημιουργήσει μια χαράκωση στο πίσω μέρος του φορέματος.
02
κόβω σε στενές λωρίδες, σχίζω
to cut something in the form of narrow strips
Transitive: to slit sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
slit
γ΄ ενικό πρόσωπο
slits
ενεστώτα μετοχή
slitting
απλός αόριστος
slit
παθητική μετοχή
slit
Παραδείγματα
She carefully slit the fabric to create fringe along the edges of the scarf.
Έκοψε προσεκτικά το ύφασμα για να δημιουργήσει κρόσσια κατά μήκος των άκρων του κασκόλ.
Slit
01
σχισμή, ρήγμα
a long narrow opening
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slits
02
σχισμή, μουνί
obscene terms for female genitals
03
σχισμή, ρωγμή
a narrow fissure
04
σχισμή, εγκοπή
a depression scratched or carved into a surface



























