slipshod
slip
ˈslɪp
σλιπ
shod
ˌʃɑd
σαντ
/slˈɪpʃɒd/

Ορισμός και σημασία του "slipshod"στα αγγλικά

01

απρόσεκτος, ακατάστατος

characterized by carelessness, lack of attention to detail, or sloppy execution
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most slipshod
συγκριτικός βαθμός
more slipshod
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The slipshod handling of the project's budget led to overspending and financial losses for the company.
Η απρόσεκτη διαχείριση του προϋπολογισμού του έργου οδήγησε σε υπερβολικές δαπάνες και οικονομικές απώλειες για την εταιρεία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store