to slip by
slip
slɪp
slip
by
baɪ
bai

Ορισμός και σημασία του "slip by"στα αγγλικά

to slip by
01

περνά γρήγορα, περνά απαρατήρητο

(of a period of time) to pass quickly or unnoticed 
Intransitive
to slip by definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
by
βασικό ρήμα
slip
ενεστώτας
slip by
γ΄ ενικό πρόσωπο
slips by
ενεστώτα μετοχή
slipping by
απλός αόριστος
slipped by
παθητική μετοχή
slipped by
Παραδείγματα
The hours slipped by as she immersed herself in her work. 

Οι ώρες περνούσαν καθώς ήταν βυθισμένη στη δουλειά της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store