slimness
slim
ˈslɪm
slim
ness
nəs
nēs
slicknessslownesssliminess

Ορισμός και σημασία του "slimness"στα αγγλικά

01

λεπτότητα, αδυναμία

the state of being slender or thin in a way that is considered attractive or healthy 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her slimness was a result of regular exercise and a balanced diet. 

Η λεπτότητά της ήταν αποτέλεσμα τακτικής άσκησης και ισορροπημένης διατροφής.

02

στενό περιθώριο, μικρό περιθώριο

a small margin 

Λεξικό Δέντρο

slimness
slim
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store