Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slide by
01
γλιστρώ, περνώ απαρατήρητος
to pass by or move past quietly, smoothly, or without attracting much attention
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
by
βασικό ρήμα
slide
ενεστώτας
slide by
γ΄ ενικό πρόσωπο
slides by
ενεστώτα μετοχή
sliding by
απλός αόριστος
slid by
παθητική μετοχή
slid by
Παραδείγματα
The boat slid by the quiet shoreline as the sun began to set.
Το σκάφος γλίστρησε απαλά δίπλα από την ήσυχη ακτή καθώς ο ήλιος άρχιζε να δύει.



























