Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Slicker
01
αδιάβροχο, κεριάσιο παλτό
a waterproof raincoat or overcoat typically made of rubberized or waxed fabric
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slickers
02
απατεώνας, πονηρός
a person who is especially smooth, charming, or clever, often in a deceitful or manipulative way
Παραδείγματα
The slicker managed to con the unsuspecting tourists out of their money with his charming smile.
Ο απατεώνας κατάφερε να εξαπατήσει τους ανυποψίαστους τουρίστες και να πάρει τα χρήματά τους με το γοητευτικό του χαμόγελο.
03
κομψός, ντάντι
a person with good manners and stylish clothing
Λεξικό Δέντρο
slicker
slick



























