slice up
slice
slaɪs
σλαισ
up
ʌp
απ
/slˈaɪs ˈʌp/

Ορισμός και σημασία του "slice up"στα αγγλικά

to slice up
[phrase form: slice]
01

κόβω σε φέτες, τεμαχίζω

to cut something into slices
Transitive: to slice up food
to slice up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
slice
ενεστώτας
slice up
γ΄ ενικό πρόσωπο
slices up
ενεστώτα μετοχή
slicing up
απλός αόριστος
sliced up
παθητική μετοχή
sliced up
Παραδείγματα
The chef skillfully sliced up the vegetables for the stir-fry.
Ο σεφ έκοψε επιδέξια τα λαχανικά για το τηγανητό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store