Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slice up
[phrase form: slice]
01
κόβω σε φέτες, τεμαχίζω
to cut something into slices
Transitive: to slice up food
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
slice
ενεστώτας
slice up
γ΄ ενικό πρόσωπο
slices up
ενεστώτα μετοχή
slicing up
απλός αόριστος
sliced up
παθητική μετοχή
sliced up
Παραδείγματα
The chef skillfully sliced up the vegetables for the stir-fry.
Ο σεφ έκοψε επιδέξια τα λαχανικά για το τηγανητό.



























