sleuth
sleuth
sluθ
σλουθ
/slˈuːθ/

Ορισμός και σημασία του "sleuth"στα αγγλικά

to sleuth
01

κατασκοπεύω, ερευνώ κρυφά

watch, observe, or inquire secretly
to sleuth definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sleuth
γ΄ ενικό πρόσωπο
sleuths
ενεστώτα μετοχή
sleuthing
απλός αόριστος
sleuthed
παθητική μετοχή
sleuthed
01

ντετέκτιβ, ερευνητής

a detective who follows a trail
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sleuths

Λεξικό Δέντρο

sleuthing
sleuth
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store