sleigh
sleigh
sleɪ
slei
fiancehoorayflambetoupee

Ορισμός και σημασία του "sleigh"στα αγγλικά

01

έλκηθρο, χιονοπέδιλο

a vehicle on runners, typically horse-drawn, used for traveling over snow or ice 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sleighs
Παραδείγματα
Santa Claus is often depicted riding in a magical sleigh on Christmas Eve. 

Ο Άγιος Βασίλης συχνά απεικονίζεται να οδηγεί ένα μαγικό έλκηθρο την παραμονή των Χριστουγέννων.

to sleigh
01

κάνω έλκηθρο, οδηγώ έλκηθρο

ride (on) a sled 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
sleigh
γ΄ ενικό πρόσωπο
sleighs
ενεστώτα μετοχή
sleighing
απλός αόριστος
sleighed
παθητική μετοχή
sleighed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store