Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sleigh
01
έλκηθρο, χιονοπέδιλο
a vehicle on runners, typically horse-drawn, used for traveling over snow or ice
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sleighs
Παραδείγματα
The horses snorted and steamed as they pulled the sleigh up the hill.
Τα άλογα ρουθούνιζαν και ατμίζονταν καθώς τραβούσαν το έλκηθρο προς την κορυφή του λόφου.
to sleigh
01
κάνω έλκηθρο, οδηγώ έλκηθρο
ride (on) a sled
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
sleigh
γ΄ ενικό πρόσωπο
sleighs
ενεστώτα μετοχή
sleighing
απλός αόριστος
sleighed
παθητική μετοχή
sleighed



























