slaveholding
slave
ˈsleɪv
sleiv
hol
həʊl
hewl
ding
dɪng
ding

Ορισμός και σημασία του "slaveholding"στα αγγλικά

01

κατοχή σκλάβων, σκλαβοκτησία

the practice of owning slaves 
slaveholding definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
slaveholding
01

υπέρ της δουλείας, που επιτρέπει τη δουλεία

allowing slavery 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
society, law, history

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

slaveholding
slavehold
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store