Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slaughter
01
σφαγιάζω, σφάζω
to kill a large number of people, often in a harsh and heartless manner
Transitive: to slaughter sb
Παραδείγματα
The invading army sought to slaughter the inhabitants of the defenseless village.
Ο εισβολικός στρατός επιδίωκε να σφαγιάσει τους κατοίκους του απροστάτευτου χωριού.
02
σφάζω, σκοτώνω
to kill animals for the purpose of providing food
Transitive: to slaughter animals
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
slaughter
γ΄ ενικό πρόσωπο
slaughters
ενεστώτα μετοχή
slaughtering
απλός αόριστος
slaughtered
παθητική μετοχή
slaughtered
Παραδείγματα
Farmers brought their cattle to the facility to be slaughtered.
Οι αγρότες έφεραν τα ζώα τους στην εγκατάσταση για να σφαγούν.
Slaughter
01
σφαγή, σφαγή
the killing of animals for food, often done on a large scale in industrial settings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slaughters
Παραδείγματα
The slaughter of livestock is a critical part of the meat production industry.
Η σφαγή των ζώων είναι ένα κρίσιμο μέρος της βιομηχανίας παραγωγής κρέατος.
02
πνευματική σφαγή, κατάρα
suffer spiritual death; be damned (in the religious sense)
03
συντριπτική ήττα, σφαγή
a sound defeat
04
σφαγή, καταστροφή
the savage and excessive killing of many people



























