Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Slasher
01
κόπτω όπλο, σπαθί ή στιλέτο για κοψίματα
a weapon (a sword or dagger) used for slashing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slashers
02
μαχαιροβγάλτης, κόφτης
someone who slashes another person
03
ταινία τρόμου, slasher
a horror movie in which characters are brutalized and murdered by an unknown person
Λεξικό Δέντρο
slasher
slash



























