Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
slantwise
01
λοξά, πλαγίως
in a direction that is not horizontal or vertical, but at an angle
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The tree had fallen slantwise across the road after the storm.
Το δέντρο είχε πέσει λοξά κατά μήκος του δρόμου μετά την καταιγίδα.



























