Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Slander
01
δυσφήμηση, συκοφαντία
a false and malicious statement made about someone with the intent to harm their reputation or character
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slanders
Παραδείγματα
The actress sued for slander after false rumors were spread about her personal life.
Η ηθοποιός μήνυσε για δυσφήμιση αφού διαδόθηκαν ψευδείς φήμες για την προσωπική της ζωή.
02
συκοφαντία, δυσφήμιση
the act of making false and malicious statements about someone to ruin their reputation
to slander
01
συκοφαντώ, δυσφημώ
to make false and adverse statements about someone for defamation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
slander
γ΄ ενικό πρόσωπο
slanders
ενεστώτα μετοχή
slandering
απλός αόριστος
slandered
παθητική μετοχή
slandered



























