Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Slag
01
σκωρία, υπόλειμμα τήξης
the byproduct of smelting ore that forms a glass-like material, often found as a residue in mining and metalworking activities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slags
Παραδείγματα
The old mine was littered with heaps of slag, remnants of the smelting operations that had once thrived there.
Το παλιό ορυχείο ήταν γεμάτο με σωρούς σκωρίας, απομεινάρια των εργασιών τήξης που κάποτε άκμαζαν εκεί.
02
πόρνη, τσούλα
a woman regarded as promiscuous or morally loose
Dialect
British
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
That slag was flirting with every guy at the bar.
Αυτή η πόρνη φλερτάρε με κάθε άντρα στο μπαρ.
to slag
01
μετατρέπω σε σκωρία, μεταμορφώνω σε σκωρία
convert into slag
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
slag
γ΄ ενικό πρόσωπο
slags
ενεστώτα μετοχή
slagging
απλός αόριστος
slagged
παθητική μετοχή
slagged



























