Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to skim off
01
αφαιρώ από την επιφάνεια, απομακρύνω το ανώτερο στρώμα
remove from the surface
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
skim
ενεστώτας
skim off
γ΄ ενικό πρόσωπο
skims off
ενεστώτα μετοχή
skimming off
απλός αόριστος
skimmed off
παθητική μετοχή
skimmed off
02
επιλέγω το καλύτερο, αποσπώ το καλύτερο
pick the best



























