skilled worker
skilled
ˈskɪld
skild
wor
wɜ:
ker
kər
kēr
/skˈɪld wˈɜːkə/

Ορισμός και σημασία του "skilled worker"στα αγγλικά

Skilled worker
01

ειδικευμένος εργάτης, εργάτης με ειδικές δεξιότητες

a worker who has acquired special skills
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
skilled workers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store