to skid
skid
skɪd
skid
scidgridquidamid

Ορισμός και σημασία του "skid"στα αγγλικά

to skid
01

ολισθαίνω, γλιστράω

(of a vehicle) to slide or slip uncontrollably, usually on a slippery surface 
Intransitive
to skid definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
skid
γ΄ ενικό πρόσωπο
skids
ενεστώτα μετοχή
skidding
απλός αόριστος
skidded
παθητική μετοχή
skidded
Παραδείγματα
The car began to skid on the icy road. 

Το αυτοκίνητο άρχισε να ολισθαίνει στον παγωμένο δρόμο.

02

ολισθαίνω, γλιστράω

to slip or slide, often uncontrollably 
Intransitive
Παραδείγματα
The dancer incorporated a dramatic move into the routine, making her shoes skid across the polished stage. 

Η χορεύτρια ενσωμάτωσε μια δραματική κίνηση στη ρουτίνα, κάνοντας τα παπούτσια της να γλιστρήσουν στη γυαλισμένη σκηνή.

03

ολίσθηση, απότομο φρενάρισμα

to deliberately stop or slow the movement of wheels or similar objects by employing a block or wedge 
Transitive: to skid a wheel
Παραδείγματα
In the old days, teamsters would skid the wagon wheels on steep slopes. 

Στα παλιά χρόνια, οι αμαξάδες έκαναν τις ρόδες των βαγονιών να ολισθήσουν σε απότομες πλαγιές.

04

ολισθαίνω, τραβώ σε ολισθητήρες

to move objects on skids 
Transitive: to skid sth to a direction
Παραδείγματα
The workers skidded the large crate across the warehouse floor. 

Οι εργάτες γλίστρησαν το μεγάλο κιβώτιο στο πάτωμα της αποθήκης.

01

ολίσθηση, γλιστρημα

an uncontrolled or unexpected sliding movement, typically of a vehicle 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
skids
Παραδείγματα
The car went into a skid on the icy road. 

Το αυτοκίνητο μπήκε σε ολίσθηση στον παγωμένο δρόμο.

02

ολισθητήρας, γλιστρόξυλο

one of two planks forming a track for rolling or sliding objects 
Παραδείγματα
The workers placed skids under the crate to move it easily. 

Οι εργάτες τοποθέτησαν ολισθητήρες κάτω από το κιβώτιο για να το μετακινήσουν εύκολα.

03

τακάκι φρένου, επιφάνεια φρένου

a brake component that applies hydraulic force against a drum to slow wheel rotation 
Παραδείγματα
The mechanic checked the skids for wear in the braking system. 

Ο μηχανικός έλεγξε τα τακάκια για φθορά στο σύστημα φρένων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store