Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to skid
01
ολισθαίνω, γλιστράω
(of a vehicle) to slide or slip uncontrollably, usually on a slippery surface
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
skid
γ΄ ενικό πρόσωπο
skids
ενεστώτα μετοχή
skidding
απλός αόριστος
skidded
παθητική μετοχή
skidded
Παραδείγματα
Heavy rain made the airport runway slippery, causing airplanes to skid during landing.
Η βροχή έκανε τον διάδρομο του αεροδρομίου γλιστερό, προκαλώντας τα αεροπλάνα να ολισθήσουν κατά την προσγείωση.
02
ολισθαίνω, γλιστράω
to slip or slide, often uncontrollably
Intransitive
Παραδείγματα
The skateboarder executed a skillful trick, allowing the board to skid momentarily before smoothly landing.
Ο skateboarder εκτέλεσε μια επιδέξια ταχύτητα, επιτρέποντας στον πίνακα να γλιστρήσει στιγμιαία πριν προσγειωθεί ομαλά.
03
ολίσθηση, απότομο φρενάρισμα
to deliberately stop or slow the movement of wheels or similar objects by employing a block or wedge
Transitive: to skid a wheel
Παραδείγματα
They had to skid the trailer's tires with stones to keep it from moving on the incline.
Έπρεπε να σταματήσουν τα ελαστικά του ρυμουλκούμενου με πέτρες για να μην κινηθεί στην κλίση.
04
ολισθαίνω, τραβώ σε ολισθητήρες
to move objects on skids
Transitive: to skid sth to a direction
Παραδείγματα
The mechanics deftly skidded the engine into the workshop.
Οι μηχανικοί έκαναν επιδέξια τον κινητήρα να γλιστρήσει στο εργαστήριο.
Skid
01
ολίσθηση, γλιστρημα
an uncontrolled or unexpected sliding movement, typically of a vehicle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
skids
Παραδείγματα
The pilot fought to prevent the plane from skidding during landing.
Ο πιλότος αγωνίστηκε να αποτρέψει το αεροπλάνο να ολισθήσει κατά την προσγείωση.
02
ολισθητήρας, γλιστρόξυλο
one of two planks forming a track for rolling or sliding objects
Παραδείγματα
The sled moved smoothly along the skids.
Το έλκηθρο κινούνταν ομαλά κατά μήκος των ολισθητήρων.
03
τακάκι φρένου, επιφάνεια φρένου
a brake component that applies hydraulic force against a drum to slow wheel rotation
Παραδείγματα
Skids can generate heat during prolonged braking.
Οι τύμπανα φρένων μπορούν να παράγουν θερμότητα κατά τη διάρκεια παρατεταμένης πέδησης.
Λεξικό Δέντρο
skidder
skid



























