Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to skedaddle
01
τσακώνω, ξεφεύγω
to run away hastily, often in a disorderly or hurried manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
skedaddle
γ΄ ενικό πρόσωπο
skedaddles
ενεστώτα μετοχή
skedaddling
απλός αόριστος
skedaddled
παθητική μετοχή
skedaddled
Παραδείγματα
The protestors decided to skedaddle when they realized the authorities were dispersing the crowd.
Οι διαδηλωτές αποφάσισαν να τσακίσουν όταν συνειδητοποίησαν ότι οι αρχές διαλύουν το πλήθος.
Skedaddle
01
γρήγορη διαφυγή, ταχύτητα φυγή
a quick escape
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
skedaddles
Παραδείγματα
After the prank, the boys made a laughing skedaddle down the street.
Μετά τη φάρσα, τα αγόρια έκαναν μια γελιογεμάτη φυγή στον δρόμο.



























