Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Size
01
μέγεθος, διάσταση
the physical extent of an object, usually described by its height, width, length, or depth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sizes
Παραδείγματα
What is the size of the bookshelf in terms of height, width, and depth?
Ποιο είναι το μέγεθος της βιβλιοθήκης σε ύψος, πλάτος και βάθος;
02
μέγεθος
one of the standard measures according to which clothes and other goods are made or sold
Παραδείγματα
She bought a dress online and chose the size that matched her measurements.
Αγόρασε ένα φόρεμα online και επέλεξε το μέγεθος που ταίριαζε με τις διαστάσεις της.
03
μέγεθος, διάσταση
a large magnitude
04
μέγεθος, διάσταση
the actual state of affairs
05
κόλλα, απρέ
any glutinous material used to fill pores in surfaces or to stiffen fabrics
to size
01
προσαρμόζω, μετρώ
to adjust or make something to a particular or suitable size
Transitive: to size sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
size
γ΄ ενικό πρόσωπο
sizes
ενεστώτα μετοχή
sizing
απλός αόριστος
sized
παθητική μετοχή
sized
Παραδείγματα
The tailor will size the pants to fit the customer perfectly.
Ο ράφτης θα προσαρμόσει το παντελόνι για να ταιριάζει τέλεια στον πελάτη.
02
ταξινομώ κατά μέγεθος, διατάσσω κατά μέγεθος
to arrange or classify items based on their size
Transitive: to size sth
Παραδείγματα
We need to size the shirts before packing them for the sale.
Πρέπει να ταξινομήσουμε τις μπλούζες ανά μέγεθος πριν τις συσκευάσουμε για πώληση.
03
επεξεργάζομαι, επιχρίω
to apply a coating or finish to a material to stiffen or glaze it
Transitive: to size a surface or material
Παραδείγματα
The tailor sized the fabric before cutting it for the suit.
Ο ράφτης άπλωσε το ύφασμα πριν το κόψει για το κοστούμι.
size
01
μέγεθος
(used in combination) sized
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
sizable
size



























